Σε μια εποχή όπου η πράσινη μετάβαση προβάλλεται ως η λύση για την κλιματική αλλαγή, η πραγματικότητα πίσω από την έκρηξη των φωτοβολταϊκών αποκαλύπτει μια πιο σκοτεινή πλευρά. Οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι, μέσω γενναιόδωρων επιδοτήσεων και ρυθμιστικών μέτρων, έχουν άθελά τους χρηματοδοτήσει την κυριαρχία της Κίνας στον κλάδο της ηλιακής ενέργειας. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ, η παραγωγή φωτοβολταϊκών πάνελ ήταν ο πιο επιδοτούμενος βιομηχανικός τομέας παγκοσμίως από το 2005 έως το 2024, με την Κίνα να απορροφά το μεγαλύτερο μέρος αυτών των πόρων. Αυτό όχι μόνο οδήγησε σε αποβιομηχάνιση της Ευρώπης, αλλά και σε υψηλότερους λογαριασμούς ρεύματος για τους καταναλωτές. Και στην Ελλάδα, η κυβερνητική επιλογή να μετατρέψει γόνιμα χωράφια σε ηλιακούς σταθμούς προσθέτει μια τοπική “τρέλα” σε αυτό το παγκόσμιο δράμα.

Η Κίνα σήμερα ελέγχει πάνω από το 80% της παγκόσμιας παραγωγής σε όλα τα στάδια της αλυσίδας φωτοβολταϊκών, από το πολυπυρίτιο μέχρι τα τελικά πάνελ. Το 2025, η Κίνα εξήγαγε ηλιακές κυψέλες και wafers που αντιστοιχούν σε πάνω από 40% των εξαγωγών της σε ηλιακά προϊόντα, με αύξηση 73% στις εξαγωγές κυψελών. Μέχρι το 2025, η συνολική εγκατεστημένη ισχύς ηλιακών στην Κίνα έφτασε τα 1,16 TW, με προσθήκη 275 GW μόνο τους πρώτους 11 μήνες του έτους. Αυτή η κυριαρχία δεν προήλθε από τεχνολογική υπεροχή μόνη της, αλλά από μαζικές κρατικές επιδοτήσεις που ξεπέρασαν τα 50 δισ. δολάρια από το 2011. Σύντομα, η Κίνα θα ελέγχει σχεδόν το 95% της παραγωγής πολυπυριτίου, ingots και wafers παγκοσμίως.
Από την άλλη πλευρά, η Ευρώπη πλήρωσε ακριβά αυτή την εξάρτηση. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές, όπως τα feed-in tariffs, οι υποχρεωτικές ποσοστώσεις ΑΠΕ και οι πράσινοι φόροι, δημιούργησαν μια τεράστια αγορά για φθηνά κινεζικά πάνελ. Η ΕΕ διέθεσε πάνω από 69 δισ. ευρώ το 2024 σε επιδοτήσεις για αποανθρακοποίηση και ενέργεια, ενώ για το 2021-2027 προγραμματίζει 10 δισ. ευρώ μόνο για εγκαταστάσεις ΑΠΕ, με 4,6 δισ. ευρώ για ηλιακή ενέργεια. Το 2025, η ΕΕ εγκατέστησε 65,1 GW νέας ηλιακής ισχύος, αλλά αυτό αντιπροσωπεύει ελαφρά μείωση 0,7% από το 2024, λόγω περικοπών επιδοτήσεων σε χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία. Ωστόσο, αυτές οι επιδοτήσεις οδήγησαν σε στρέβλωση της αγοράς: ευρωπαϊκές εταιρείες έκλεισαν, ενώ η Κίνα πλημμύρισε την αγορά με προϊόντα κάτω του κόστους.
Οι συνέπειες είναι ορατές στις τιμές ενέργειας. Το 2024, οι χονδρικές τιμές ρεύματος στην ΕΕ μειώθηκαν κατά 20% σε σχέση με το 2023, αλλά παραμένουν υψηλότερες από τα προ-COVID επίπεδα. Στην ΕΕ, η μέση τιμή το πρώτο εξάμηνο του 2025 ήταν 90 δολάρια/MWh, 50% υψηλότερη από την Κίνα και διπλάσια από τις ΗΠΑ. Στις ΗΠΑ, η μέση τιμή είναι 0,18 δολάρια/kWh, ενώ στην Ευρώπη φτάνει τα 0,255 δολάρια/kWh. Στην Ασία, οι τιμές είναι ακόμα χαμηλότερες, στα 0,084 δολάρια/kWh. Αυτή η απόκλιση οφείλεται στο ρυθμιστικό βάρος και τους φόρους στην ΕΕ, που εκτοξεύουν το κόστος για βιομηχανίες και νοικοκυριά.
Η μελέτη του ΟΟΣΑ αποκαλύπτει ότι οι επιδοτήσεις για ηλιακά πάνελ ήταν μεγαλύτερες από αυτές για ανεμογεννήτριες, με την Κίνα να λαμβάνει το μεγαλύτερο μερίδιο μέχρι πρόσφατα. Αυτό οδήγησε σε υπερπροσφορά, χαμηλή κερδοφορία και εξάρτηση από κρατική στήριξη. Ωστόσο, νέες επιδοτήσεις σε χώρες ΟΟΣΑ το 2023 αυξάνουν τα κόστη, χωρίς να εγγυώνται ανάκαμψη.

Στην Ελλάδα, η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο παράλογη. Η κυβέρνηση προωθεί μαζικές εγκαταστάσεις φωτοβολταϊκών σε γόνιμη γη, καταστρέφοντας αγροτική παραγωγή. Σύμφωνα με νόμο του 2020, η μέγιστη επιτρεπόμενη ισχύς σε αγροτική γη στη Θεσσαλία είναι 2.758 MW. Αυτό οδηγεί σε απώλεια καλλιεργήσιμης γης, με μελέτες να δείχνουν σύγκρουση μεταξύ ενέργειας και τροφής. Σε περιοχές όπως η Βοιωτία, φωτοβολταϊκά αλλάζουν το μικροκλίμα, αυξάνοντας θερμοκρασίες και μειώνοντας παγετούς. Η Ελλάδα έχει πλέον 16 GW ΑΠΕ, με 10 GW από ηλιακά, αλλά υπερβάλλει την ικανότητα του δικτύου. Νέο πρόγραμμα για 130 MW agrivoltaics (συνδυασμός γεωργίας-ηλιακών) ξεκινά το 2026, αλλά οι χαμηλοί τιμοκατάλογοι μπορεί να αποθαρρύνουν συμμετοχή. Αυτή η “τρέλα” απειλεί την τροφική ασφάλεια και τα παραδοσιακά τοπία, χωρίς να λύνει την ενεργειακή εξάρτηση.

Παρόμοια “τρέλα” παρατηρείται και με τις ανεμογεννήτριες, ιδιαίτερα στη Χαλκιδική. Η απόφαση για εγκατάσταση αιολικών πάρκων, όπως αυτό στην Ορμύλια με ισχύ 34 MW και 5 ανεμογεννήτριες (μειωμένες από 8), προκαλεί έντονες αντιδράσεις. Το Δημοτικό Συμβούλιο Πολυγύρου γνωμοδότησε αρνητικά, τονίζοντας την έλλειψη διαβούλευσης και τις επιπτώσεις σε αγροτικές καλλιέργειες – με ελαιώνες μόλις 180 μέτρα μακριά, διαταράσσοντας μικροκλίμα και κύκλο νερού. Θεωρητικά, τα οφέλη περιλαμβάνουν μείωση ενεργειακού κόστους και επενδύσεις 12 δισ. ευρώ έως το 2030 για 14,5 GW ΑΠΕ, συμβάλλοντας στην απολιγνιτοποίηση και εξοικονόμηση 701 δισ. ευρώ από κλιματικές ζημιές έως το 2100. Ωστόσο, η πραγματική υποβάθμιση είναι δραματική: καταστροφή βιοποικιλότητας, θόρυβος, διάβρωση εδάφους και απώλεια τουριστικής ελκυστικότητας, με την τοπική οικονομία (γεωργία, μελισσοκομεία) να απειλείται. Στη θέση «Άγκανος», 1.273 υπογραφές διαμαρτυρίας στέλνουν μήνυμα: “Όχι ανεμογεννήτριες στη Χαλκιδική!”. Οι κάτοικοι φοβούνται μη αναστρέψιμη ζημιά στο φυσικό πυρήνα, ενώ τα οικονομικά ανταποδοτικά περιορίζονται σε ελάχιστα ευρώ ετησίως ανά νοικοκυριό. Αυτή η πολιτική προωθεί κέρδη εταιρειών εις βάρος περιβάλλοντος και τοπικών κοινοτήτων.
h πράσινη μετάβαση, όπως εφαρμόζεται, έχει μετατρέψει τους Ευρωπαίους σε χορηγούς της κινεζικής ηλιακής αυτοκρατορίας, με υψηλό κόστος σε οικονομία και περιβάλλον. Στην Ελλάδα, η καταστροφή χωραφιών για φωτοβολταϊκά και βουνών για ανεμογεννήτριες εντείνει το πρόβλημα. Χρειαζόμαστε ισορροπημένες πολιτικές που προστατεύουν την αγροτική γη και προάγουν πραγματική καινοτομία, όχι εξάρτηση από ξένα μονοπώλια. Αλλιώς, η “πράσινη” επανάσταση θα γίνει οικονομική παγίδα.