28η Οκτωβρίου ή 21 Σεπτεμβρίου;

(Σημείωση: 21η Σεπτεμβρίου = Διεθνής Ημέρα Ειρήνης)

Κάθε χρόνο και χειρότερα… Κάθε χρόνο, μεγαλώνοντας τα κορίτσια μου βλέπω και από διαφορετικό πρίσμα την κατρακύλα μας σαν λαό και σαν μέλη ενός από τα πιο ένδοξα Έθνη.  Αν και δεν είναι εύκολο, μιας και οι γιορτές των σχολείων γίνονται το πρωί (οι εργαζόμενοι γονείς πρέπει να επιλέξουν ή το μεροκάματο ή τα παιδιά τους) προσπαθώ να πηγαίνω στις γιορτές των παιδιών στα σχολεία. Η τάξη της μικρής έχει αναλάβει την 25η Μαρτίου και μιας και η μεγάλη έπαιρνε και τον έπαινο, πήγα στο Γυμνάσιο μας.

Περιμένει ο μέσος γονιός όταν στέλνει τα παιδιά του σε ένα Ελληνικό σχολείο να πάρουν γνώσεις αλλά και να αποκτήσουν Εθνική παιδεία και συνείδηση. Αμ δε…  Η 28η Οκτωβρίου είναι μια επέτειος πολύ κοντινή ακόμα και για την δική μας γενιά… Οι παππούδες μας ήταν αυτοί που πήγαν στο μέτωπο και οι γιαγιάδες μας φρόντισαν να μεγαλώσουν τους γονείς μας και να υπάρχουν σπίτια μετά το τέλος του πολέμου. Και σήμερα;

Κοιτώ σήμερα με βαριά καρδιά τις σχολικές γιορτές της 28ης Οκτωβρίου, μια επέτειο ιερή για το Έθνος μας, αλλά παρατηρώ πως το φρόνημα που κάποτε σφυρηλατούσε τα Ελληνόπουλα έχει αλλοιωθεί, και δυστυχώς η γιορτή μοιάζει να χάνει το νόημά της. Στο δημοτικό σχολείο, ακόμη ακούγονται τραγούδια πατριωτικά, ποιήματα που υμνούν τον ηρωισμό και την αυτοθυσία, όπως άρμοζε πάντα στη γιορτή του Έπους του ’40. Εκεί, το πνεύμα ανυψώνεται, και η τιμή προς τους προγόνους παίρνει τη θέση που της αξίζει.

Μα αλίμονο, καθώς πηγαίνεις στις μεγαλύτερες βαθμίδες εκπαίδευσης, η μελωδία αυτή παραχωρεί θέση σε τραγούδια θλίψης, απελπισίας και αντιπολεμικής διάθεσης· ύμνοι που αμφισβητούν την αξία του αγώνα και υμνούν την φυγοπονία, το παράπονο και την απελπισία. Τραγούδια όπως «Μάνα θα τους περιμένει», «Ο στρατιώτης», «Ο έφεδρος» ή τα ασματικά έργα του Ιάκωβου Καμπανέλλη με το βουβό πένθος τους, τη μελαγχολία τους, πηγαίνουν ενάντια στο πνεύμα της υπερηφάνειας και αυτοθυσίας που συνόδευσε τους ήρωές μας όταν χαρούμενοι ορμούσαν στα τραίνα που τους πήγαιναν στο μέτωπο.

Αυτή η αντίθεση δεν είναι απλή διαφορά ύφους, αλλά πολιτισμική και ηθική τομή. Από τη μια, το μεγαλείο των ανθρώπων που πολέμησαν στα βουνά της Πίνδου, οι άνδρες και γυναίκες που θυσιάστηκαν, ο υποσμηναγός που πέταξε το αεροπλάνο του στον εχθρό όταν έμενε χωρίς σφαίρες, ο λοχίας Ίτσιος της μάχης των Οχυρών, οι γυναίκες της Ηπείρου που ανέλαβαν το ρόλο του εφοδιασμού των στρατευμάτων, οι εθελοντές και οι απλοί πολίτες που στάθηκαν όρθιοι ενάντια στον κατακτητή. Από την άλλη, μια γιορτή που μοιάζει να επιλέγει το πένθος και την αμφιβολία για τον πόλεμο, αμφισβητώντας το νόημα της θυσίας. Μια γιορτή που εξυμνεί την συναδέλφωση ακόμη και με τον εχθρό που εισβάλλει στην πατρίδα, στο όνομα μιας νοοτροπίας ηττοπάθειας και ραγιαδισμού, αρκεί να σώσει το πετσί του ο κάθε στρατιώτης άσχετα αν αυτό θα σημάνει το τέλος της πατρίδας.

Πώς να εμφυσήσει ο καθηγητής στους μαθητές την αξία της συμμετοχής στην παρέλαση ως τιμή προς τους ήρωες; Στην γιορτή το μόνο που έλειπε ήταν το «Άμωμοι εν οδώ αλληλούια» της ακολουθίας για τους κεκοιμημένους. Με ποιο τρόπο να βιώσει ο έφηβος πως, παρότι ο πόλεμος είναι φρικτός και λάθος, ισχύει πάντα το ρητό «Si vis pacem, para bellum» (Αν επιθυμείς ειρήνη, ετοιμάσου για πόλεμο) και πως να μάθει το παιδί που του μαθαίνουν να τραγουδάει «το παιδί με το ταμπούρλο» ή το «Μάνα θα τους περιμένει» στην εορτή της ηρωικής αντίστασης των Ελλήνων, την αξία της θυσίας για την πατρίδα και το χρέος για την υπεράσπιση του λαού και του Έθνους;

Ένας από τους βετεράνους στρατιώτες αφηγείται: «Στα βουνά της Πίνδου, όπου το κρύο και η πείνα ήταν αβάσταχτα, η ψυχή μας όμως δεν λύγιζε. Κρατούσαμε ψηλά την ελληνική σημαία, όχι για ιδεολογίες, αλλά για τη γη που γεννήσαμε και αγαπούσαμε».

Το ίδιο το τελεσίγραφο της Ιταλίας, που επέδωσε στον Εθνικό Κυβερνήτη Ιωάννη Μεταξά, ζητούσε την ελεύθερη διέλευση του ιταλικού στρατού μέσα από την Ελλάδα, απειλώντας την εθνική μας ανεξαρτησία. Η απάντηση του Μεταξά, το πασίγνωστο «ΟΧΙ», ήταν καθαρή και αποφασιστική, όπως αποδεικνύεται και από τα διπλωματικά έγγραφα της εποχής: «Alors c’est la guerre».

Οι γυναίκες που ανέλαβαν το δύσκολο έργο της μεταφοράς πολεμικού υλικού συχνά μιλούν για το πνεύμα αλληλεγγύης και την αγάπη για την πατρίδα που μας κρατούσε δυνατούς: «Δεν φοβηθήκαμε ούτε στιγμή, γιατί ξέραμε πως υπερασπιζόμαστε τα παιδιά μας και το μέλλον τους».

Ο ελληνικός λαός στις πόλεις τραγουδούσε και οργάνωνε εθελοντικές ομάδες:
«Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με φωνές που έλεγαν: “Ζήτω το Έθνος! Ζήτω η Ελλάδα!”».

Πλείστα όσα παραδείγματα απλών ανθρώπων που δεν είχαν τίποτε στη ζωή τους πέρα από τα παιδιά τους, έστειλαν με μια εικόνα της Παναγιάς και μια ευχή το μοναδικό τους αποκούμπι σε ένα πόλεμο άνισο με έναν παντοδύναμο εχθρό. Αυτοί δεν το κάναν γιατί θέλαν να παλέψουν το τάδε ή το δείνα πολιτικό σύστημα. Το κάναν για την Ελλάδα και το Έθνος των Ελλήνων. Γιατί ξέραν, πως είναι καθήκον μας να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές κάτι παραπάνω από αυτό που πήραμε από τους γονείς μας.

Δεν αγωνίστηκαν ενάντια σε πολιτικά καθεστώτα ή ιδεολογίες — όπως θέλουν κάποιοι να παρουσιάσουν σήμερα — αλλά ενάντια σε έναν ξεκάθαρο εχθρό που ήθελε να καταλάβει και να υποτάξει τη γη και τους ανθρώπους μας.

Τη μνήμη αυτών των ηρώων οφείλουμε να τιμούμε ολόψυχα, δίνοντας τη δέουσα αξία και σημασία στις σχολικές μας γιορτές. Δεν πρέπει να αφήσουμε το στίγμα της αμφιβολίας και του λυγμού να κυριαρχήσει στην ιστορική μας μνήμη, αλλοιώνοντας την παράδοση και τις αξίες μας.

Η 28η Οκτωβρίου είναι σύμβολο ενότητας, αντίστασης και εθνικής ταυτότητας, και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται από όλους: εκπαιδευτικούς, γονείς και μαθητές, ώστε το μήνυμα της να παραμένει ζωντανό και αληθινό για πάντα.

Ζήτω το Έθνος!!!

Κλείνοντας ας θυμόμαστε το εμβατήριο που θα έπρεπε να ανοίγει τις Εθνικές εορτές μας και ας είμαστε περήφανοι, αλλά και έτοιμοι να φανούμε αντάξιοι των προγόνων μας:

«Η Ελλάδα πότε δεν πεθαίνει

Δεν την σκιάζει φοβέρα καμιά»