Όταν η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, μοιράζει απλόχερα εύσημα, χαρακτηρίζοντας την Ελλάδα «μία από τις καλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης», το κυβερνητικό αφήγημα βρίσκει το απόλυτο άλλοθι. Η ρητορική περί ενός ευρωπαϊκού «success story» κυριαρχεί, προβάλλοντας τα θηριώδη πρωτογενή πλεονάσματα, την αποκλιμάκωση του χρέους ως προς το ΑΕΠ και τη δημοσιονομική πειθαρχία.
Όμως, όταν η ομίχλη των πανηγυρισμών καθίσει, αποκαλύπτεται μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Αν ξύσει κανείς τη βιτρίνα των μακροοικονομικών δεικτών, θα βρει μια κοινωνία που στενάζει, έναν παραγωγικό ιστό που φθίνει και μια σειρά από συνειδητές κυβερνητικές επιλογές που θυσιάζουν τη μακροπρόθεσμη ευημερία στον βωμό των λογιστικών πινάκων του εκάστοτε πιστωτή. Το «θαύμα» για το οποίο μιλά το ΔΝΤ είναι, στην ουσία του, μια καλοστημένη λογιστική οφθαλμαπάτη, χτισμένη πάνω στη μεγαλύτερη φτωχοποίηση μισθωτών της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας.
Η Ευημερία των Αριθμών και ο Πάτος της Ευρώπης
Το αφήγημα της «ισχυρής οικονομίας» συγκρούεται μετωπικά με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat: η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στον πάτο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αγοραστική δύναμη, ισοβαθμώντας με τη Βουλγαρία. Πώς μπορεί μια οικονομία να θεωρείται «από τις καλύτερες» όταν οι πολίτες της έχουν τη χαμηλότερη αγοραστική ικανότητα στην ήπειρο;
Η απάντηση κρύβεται στο πώς αντιμετωπίστηκε η ακρίβεια. Η κυβέρνηση επέδειξε προκλητική ανοχή στην «πληθωριστική απληστία» (greedflation) και στα εγχώρια ολιγοπώλια (διυλιστήρια, ενέργεια, αλυσίδες τροφίμων), επιτρέποντας στις επιχειρήσεις να εκτοξεύσουν τα περιθώρια κέρδους τους. Αντί για θεσμικές ρυθμίσεις και ελέγχους, επιλέχθηκε η εξαρτησιογόνα πολιτική των επιδομάτων (pass). Κρατικό χρήμα —δηλαδή οι φόροι των πολιτών— διοχετεύθηκε στα ταμεία των καρτέλ για να συντηρηθούν οι υψηλές τιμές.
Την ίδια στιγμή, οι τράπεζες απολαμβάνουν καθεστώς απόλυτης ασυλίας, διατηρώντας το μεγαλύτερο άνοιγμα (spread) μεταξύ επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων στην Ευρωζώνη, καταγράφοντας υπερκέρδη εις βάρος δανειοληπτών και καταθετών.
Ο Κρυφός Φόρος και η Φορολογική Αδικία
Η «δημοσιονομική εξυγίανση» που επικροτεί το ΔΝΤ δεν προήλθε από την ανάπτυξη μιας υγιούς οικονομίας, αλλά από την πιο άδικη μέθοδο αφαίμαξης: τους έμμεσους φόρους. Η πεισματική κυβερνητική άρνηση να μειωθεί ο ΦΠΑ στα βασικά είδη και ο ΕΦΚ στα καύσιμα μετέτρεψε τον πληθωρισμό σε εργαλείο υπερεισπράξεων. Τα τεράστια πρωτογενή πλεονάσματα χτίζονται πάνω στο υστέρημα των χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων, τα οποία ξοδεύουν όλο τους το εισόδημα στην κατανάλωση. Παράλληλα, η μεγάλη φοροδιαφυγή παραμένει στο απυρόβλητο, με τα φορολογικά βάρη να πέφτουν οριζόντια και ισοπεδωτικά στους συνήθεις υπόπτους: μισθωτούς και μικρομεσαίους.
Το Στεγαστικό Αδιέξοδο ως Κυβερνητικό Επίτευγμα
Αν υπάρχει ένας τομέας όπου η κρατική αστοχία αγγίζει τα όρια της κοινωνικής αναλγησίας, αυτός είναι η στέγαση. Η Ελλάδα βιώνει τη χειρότερη στεγαστική κρίση στην Ευρώπη σε σχέση με τα εισοδήματα, παγιδευμένη σε ένα μοντέλο που ευνοεί αποκλειστικά την κερδοσκοπία.
Είναι χαρακτηριστικό το πώς αντιμετωπίζονται οι στρεβλώσεις της στεγαστικής αγοράς διεθνώς. Στην Αργεντινή του Χαβιέ Μιλέι, ο οποίος προχώρησε στο ακραίο ελευθεριακό πείραμα της πλήρους κατάργησης των κρατικών ελέγχων στα ενοίκια (Rent Control Law), η αγορά αντέδρασε με βάση τους κανόνες της προσφοράς. Η άρση των αντικινήτρων έφερε άμεσα δεκάδες χιλιάδες κλειστά διαμερίσματα πίσω στην αγορά του Μπουένος Άιρες, εκτοξεύοντας τη διαθέσιμη προσφορά κατοικιών και, νομοτελειακά, ρίχνοντας τις πραγματικές τιμές των ενοικίων.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η κυβέρνηση καταφέρνει το χειρότερο δυνατό μείγμα:
- Ούτε απελευθερώνει την προσφορά μακροχρόνιων μισθώσεων, καθώς αρνείται πεισματικά να βάλει αυστηρούς περιορισμούς στο Airbnb ή να τερματίσει την Golden Visa, αφήνοντας εκατοντάδες χιλιάδες ακίνητα να κανιβαλίζονται από τη βραχυχρόνια μίσθωση και τα ξένα funds.
- Ούτε δημιουργεί δημόσια κοινωνική κατοικία, εγκαταλείποντας τον ρόλο του κράτους-προστάτη.
Το μόνο που κάνει είναι να ρίχνει λάδι στη φωτιά με προγράμματα επιδότησης ζήτησης, όπως το «Σπίτι Μου». Αυτά τα προγράμματα απλώς έσπρωξαν νέους αγοραστές σε μια αγορά με ανύπαρκτη προσφορά, λειτουργώντας ως το απόλυτο δώρο στους πωλητές και εκτοξεύοντας περαιτέρω τις τιμές. Το αποτέλεσμα είναι οι ελληνικές πόλεις να γίνονται σταδιακά αβίωτες για τους ίδιους τους κατοίκους τους.
Η Χαμένη Ευκαιρία του Ταμείου Ανάκαμψης
Την ίδια στιγμή, οι πόροι κατευθύνονται σκανδαλωδώς σε ελάχιστους. Η υπόθεση έχει λάβει πλέον πανευρωπαϊκές διαστάσεις, καθώς η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) και η Επιτροπή Ανταγωνισμού ερευνούν καταγγελίες για στημένους διαγωνισμούς και συμβάσεις δισεκατομμυρίων (με έμφαση στα ψηφιακά έργα) που κατέληξαν σε έναν στενό κύκλο δεκάδων —περίπου 90— φιλικά προσκείμενων στην κυβέρνηση εταιρειών. Ενώ ο μικρομεσαίος δεν μπορεί να πάρει έγκριση ούτε για αντικατάσταση επαγγελματικού εξοπλισμού, δισεκατομμύρια ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης μοιράζονται σε κλειστές ομάδες ισχυρών ομίλων με φωτογραφικούς διαγωνισμούς μίας προσφοράς.
Υποδομές υπό Κατάρρευση και η Ψευδαίσθηση της Ανάπτυξης
Η ανάπτυξη για την οποία χειροκροτεί το ΔΝΤ βασίζεται αποκλειστικά στον τουρισμό, το real estate και την κατανάλωση. Είναι μια «μονοκαλλιέργεια» που παράγει κυρίως επισφαλείς και κακοπληρωμένες θέσεις εργασίας, διαιωνίζοντας το Brain Drain. Οι νέοι επιστήμονες εγκαταλείπουν τη χώρα γιατί ένα οικονομικό μοντέλο γκαρσονιών και μεσιτών δεν μπορεί να τους προσφέρει προοπτική. Η παραγωγή μετακινείται σε χώρες που δεν κυνηγάνε την επιχειρηματικότητα, οι αγρότες παρατάνε τα χωράφια τους και οι κτηνοτρόφοι, σε απόλυτη απόγνωση, εγκαταλείπουν το επάγγελμα τους.
Και ενώ οι δείκτες ευημερούν, το κοινωνικό κράτος αποσαθρώνεται. Η υποστελέχωση του ΕΣΥ και η εμπορευματοποίηση της Υγείας (με τα επί πληρωμή απογευματινά χειρουργεία) αναγκάζουν τους πολίτες να πληρώνουν διπλά για όσα έχουν ήδη φορολογηθεί. Η εγκατάλειψη των κρίσιμων υποδομών, με αποκορύφωμα το εθνικό έγκλημα των Τεμπών, υπενθυμίζει με τον πιο τραγικό τρόπο ότι οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί δεν εγγυώνται την ασφάλεια και την ποιότητα ζωής των πολιτών.
Συγχαρητήρια πάνω από το πτώμα της οικονομίας
Είναι εύκολο για το ΔΝΤ να μοιράζει συγχαρητήρια. Εφόσον το χρέος εξυπηρετείται ομαλά και η χώρα δεν αποτελεί συστημικό κίνδυνο, το ταμείο έχει κάνει τη δουλειά του. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν τα νούμερα βγαίνουν, αλλά ποιος πληρώνει τον λογαριασμό για να βγουν.
Η πραγματικότητα είναι ότι η κυβέρνηση επέλεξε στρατηγικά να μετακυλίσει το κόστος αυτής της σταθεροποίησης στην κοινωνική πλειοψηφία. Το «σφίξιμο των δοντιών» που επικροτεί η κ. Γκεοργκίεβα δεν το έκανε κάποια αφηρημένη έννοια του κράτους, αλλά ο μέσος πολίτης στο σούπερ μάρκετ, στο πρατήριο βενζίνης και στο ενοίκιο. Όσο η ανάπτυξη αφορά μόνο τα κέρδη των καρτέλ και τους μακροοικονομικούς δείκτες, το «οικονομικό θαύμα» της Ελλάδας θα παραμένει ένα καλοφτιαγμένο περιτύλιγμα που κρύβει επιμελώς ένα βαθύ κοινωνικό ναυάγιο.